Εκδήλωση για το γέροντα Σίμωνα Αρβανίτη μια σύγχρονη μορφή της Ορθοδοξίας

Τη Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου το απόγευμα, πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα «Διακονία», στη Θεσσαλονίκη, εκδήλωση για το πρόσωπο του μακαριστού και οσίου γέροντα Σίμωνα Αρβανίτη. Η εκδήλωση αυτή δεν ήταν ένα συνηθισμένο συνέδριο, σαν τα πολυάριθμα της εποχής μας που στεγνώνουν πιότερο τις διψασμένες ψυχές. Όχι! Ήταν μία πραγματική εκδήλωση –δηλαδή έκφραση– τιμής και ευλάβειας σε μια σύγχρονη μορφή της Ορθοδόξου Εκκλησίας που άφησε εποχή. Η ανακοίνωση των διοργανωτών αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Ένα θερμό «ευχαριστώ» είναι η ελάχιστη ανταπόδοση στους ομιλητές της εκδήλωσης αυτής· το σεβασμιώτατο μητροπολίτη Βερατίου, Αυλώνος και Κανίνης κ. Ιγνάτιο, τον π. Χρυσόστομο Μαϊδώνη, τον π. Βασίλειο Βολουδάκη και τον π. Μάξιμο Ιβηρίτη. Οι ομιλητές παρουσίασαν τον γέροντα Σίμωνα με ειλικρινή αγάπη και βαθύτατο σεβασμό, μέσα από την προσωπική τους συναναστροφή μαζί του, όπως τον «ψηλάφισαν». Ομολόγησαν ότι η προβολή του αγιασμένου γέροντα που δεν αυτοπροβλήθηκε είναι δύσκολο εγχείρημα και απαιτεί υπευθυνότητα. Δεν είναι δυνατόν να περιγραφτεί η ωφέλεια που απορρέει από ένα τέτοιο γεγονός διότι είναι πνευματική και δεν μετριέται. Οπωσδήποτε όμως ο οσιακός βίος, οι ποικίλες αρετές, τα ουράνια χαρίσματα, τα θαυμαστά περιστατικά και οι σοφές παραινέσεις του γέροντα Σίμωνα και οι διάφορες εμπειρίες που είχαν κοντά του οι ομιλητές, συγκίνησαν και απορρόφησαν το ακροατήριο της εκδήλωσης. Οι διοργανωτές είχαν τη μεγάλη χαρά να ακούσουν από το στόμα των εισηγητών ότι το συνέδριο του γέροντα Σίμωνα ήταν μία «πρόσκλησις Θεού».
Εκείνη την ημέρα συνέβη και ένα χαριτωμένο περιστατικό. Στην εκδήλωση παρευρέθηκαν δύο κυρίες που ήρθαν με ταξί από ξενοδοχείο της Θεσσαλονίκης. Οι κυρίες αυτές, που ζουν στην Εύβοια, είχαν προσωπική γνωριμία με τον γέροντα Σίμωνα. Στη Θεσσαλονίκη είχαν έρθει μαζί με άλλους χριστιανούς για να επισκεφθούν διάφορα προσκυνήματα και να κάνουν τον περίπλου του Αγίου Όρους, χωρίς να ξέρουν για το συνέδριο. Ανήμερα, όμως, είδαν σ’ ένα ναό την αφίσα της εκδήλωσης με την φωτογραφία του γνωστού τους γέροντα! και παρευρέθηκαν με μεγάλη χαρά. Αλλά, η εκδήλωση αυτή έδωσε επίσης την αφορμή μερικοί να γνωρίσουν για πρώτη φορά τη σεβάσμια μορφή του γέροντα Σίμωνα Αρβανίτη που εκπλήσσει και συγκινεί. Να έχουμε την ευχή του».
Ολόκληρη η ομιλία του Μητροπολίτη Βερατίου, Αυλώνος και Κανίνης:
«Ὁ Κύριος εἶπε: Ποιός ἆραγε εἶναι ὁ ἔμπιστος καί φρόνιμος οἰκονόμος, τόν ὁποῖον ὁ κύριος θά τοποθετήσῃ ἐπί κεφαλῆς τῶν ὑπηρετῶν του, διά νά τούς δίνῃ τήν κανονισμένην μερίδα τροφῆς εἰς τήν κατάλληλη ὥρα; Μακάριος εἶναι ὁ δοῦλος ἐκεῖνος πού, ὅταν ἔλθῃ ὁ κύριος, θά τόν βρῇ νά κάνῃ τό ἔργον του. Ἀληθῶς σᾶς λέγω, ὅτι θά τόν καταστήσῃ διαχειριστήν εἰς ὅλα τά ὑπάρχοντά του.»(Λουκ. ιβ’ 42-44). Μία σύντομη ἀναφορά εἰς τήν ζωή καί τό ἔργο τοῦ αεἰμνήστου Γέροντα πατρός Σίμωνα θά ἐπιχειρήση ἡ παροῦσα εἰσήγηση, εἰς τιμήν καί μνήμην αὐτοῦ, πρός οἰκοδομήν τής σεμνῆς ἀποψινῆς ὀμήγυρης, εἰς δόξαν τοῦ Τρισαγίου Θεοῦ, τοῦ εἰς πᾶσαν γενεάν ἀναδεικνύοντος ἄνδρας ἱερούς, Ποιμένας καί Διδασκάλους, οἱ ὁποῖοι σάν ἄλλοι «φωστῆρες» -κατά τόν θεῖον Παῦλον- «φαίνοντες καί λόγον ζωῆς ἐπέχοντες» (Φιλιπ. β’ 16)μέ τίς φωτοειδεῖςἀκτῖνες τῶν ἀρετῶν των καί τήν ἀκραιφνῆ ὀρθόδοξη διδασκαλία τους, οἰκοδομοῦν τήν Ἁγίαν Ἐκκλησίαν, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ πατήρ Σίμων, κατά κόσμον Παναγιώτης Ἀρβανίτης, υἱός τοῦ Ἀθανασίου καί τής Κυριακῆς, γεννήθηκε τό ἔτος 1901 εἰς τήν Μεταμόρφωση Ἀττικῆς, κοινῶς Κουκουβάουνες, τοῦ πατρός του προερχομένου ἀπό τήν Ἁγία Ἄννα τῆς Εὐβοίας καί τῆς μητρός του καταγομένης ἀπό τήν Μεταμόρφωση. Τά πρῶτα νάματα τῆς εὐσεβείας διδάχθηκε ἀπό τούς ἁπλοῦς καί ἐναρέτους γονεῖς του καί σάν φύσις θρησκευτική πού ἦταν, ἔντονη, ἀπό τήν νεότητά του, αἰσθάνθηκε τήν κλίση πρός τόν μοναχικό βίο. Ὁ δέ Κύριος, «ὁ ποιῶν τό θέλημα τῶν φοβουμένων Αὐτόν», «ἔδωκεν αὐτῷ» συμφώνως πρός «τά αἰτήματα τῆς καρδίας του» καί τόν ἀξίωσε τοῦ Ἁγίου καί Ἀγγελικοῦ σχήματος, εἰς τήνσεβασμίαν Μονῆν τῆς Θείας Μεταμορφώσεως Κύμης, ἐπί ἀρχιερατίας τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Καρυστίας καί Σκύρου Παντελεήμονος Φωστίνη. Ποθῶντας διακαῶς τήν ἡσυχαστική ζωή πρός περισσότερους πνευματικούς ἀγῶνες, σάν ἔλαφος διψῶσα ἔρχεται εἰς τό Ἁγιώνυμον Ὄρος τοῦ Ἄθω καί σάν φιλόπονος μέλισσα περιοδεύει τίς Ἱερές Μονές καί τίς Σκῆτες, μέ σκοπό, τήν χάρη τῶν ἱερῶν Λειψάνων εἰς τήν καρδίαν του θησαυρίση καί ἀπό τήν ἱεράσυναναστροφή μέ τούς θεοφιλεῖςἄνδρες, ἐμπειρίες πνευματικές νά ἀποκτήση καί ψυχικά νά ὡφεληθῆ.
Εἰς τήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Βασιλείου κάποιο διάστημα διαμένει ἔχοντας συνασκητή τόν μακαριστό Γέροντα Γεράσιμο Μενάγια Μοναχό, τόν Χημικό καί ἄλλους «βιαστές» πατέρες.
Ἐπιθυμία του εἶναι νά μείνη κατά μόνας εἰς τό ἱερό Σπήλαιο τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου, πλησίον τής Μεγίστης Λαύρας, ἀλλά,γιά τό νεαρόν τῆς ἡλικίας, δέν στέργουν οἱ πατέρες νά τοῦ δώσουν εὐλογία. Οἱ ἀσκητικοί του ἀγῶνες καί αἱ πάννυχοι στάσεις κάμπτουν τήν ὑγείαν του καί τοῦ κληροδοτοῦν τόν φλεβίτην στό δεξιό πόδι του, σάν μόνιμο «σκόλοπα» εἰς τήν ζωήν του. Μέ τίς εὐχές τῶν πατέρων καί κατάφορτος ἀπό ὡφέλειες πνευματικές ὁ μοναχός Σίμων ἐπιστρέφει ἀπό τό «Περιβόλι τῆς Παναγίας», διά νά διακονήση τούς ἀδελφούς εἰς τόν κόσμονσάν λειτουργός καί κατόπιν σάνπνευματικός πατέρας, σύμφωνα πρός τήν πατερική διδαχή: «Αὐτός πού ζῆ καί μεριμνᾶ γιά τόν ἑαυτόν του, μόνο γιά τόν ἑαυτόν του περιορίζει τήν ὡφέλεια. Αὐτός δέ πού ἐνδιαφέρεται καί γιά τήν πνευματική ὠφέλεια καίτῶν ἄλλων καί τοῦ ἔχει ἐμπιστευθεῖ ἡ ἐπιμέλεια τῶν ψυχῶν,ἔχει μεγάλο τό κέρδος, πού εἶναι δεῖγμα τῆς ἀγάπης του πρός τόν Θεόν καί ἔχει μάρτυρα τόν ἴδιον τόν Χριστόν ὁ ὁποῖος λέγει:Ἑάν μέ ἀγαπᾶς Πέτρε, ποίμαινε τά πρόβατά μου(Ἰω. 21, 17)»(Συμεών τοῦ μεταφραστοῦ, Βίος καί Πολιτεία τοῦὉσίου Ἀβραμίου, Migne P.G. 115, στίχ. 53).
Κατ’ αὐτόν τόν τρόπον, εἰς τό θεῖον θέλημα ὑπακούων, τήν ἱερωσύνη λαμβάνει καί τήν ἡγουμενία ἀναδέχεται καί,ἡ ἐπιμέλεια καί φροντίδα τοῦ λογικοῦ ποιμνίου τοῦ ἐμπιστεύεται.
Εἰς τήνἐκκλησιαστικήν του διακονίᾳ ἄφησε νά ἐκδηλωθοῦν ὁ πλοῦτος τῆς ψυχῆς του καί τά πνευματικά χαρίσματα, τά ὁποῖα τόν διέκριναν. Κατ’ ἀρχήν, εἶναι ἡ πίστις του ἡ σταθερή καί ἀκλόνητη πρός τόν Θεόν, ἡ σύμφωνη μέ τήν φερώνυμη κλήση του. Αὐτή,σέ συνδυασμό μέ τήν ἀνυπόκριτη ἀγάπη καί τήν ἀδιάλειπτη εὐχή, ἐπετελοῦσε θαύματα. Εἰς τίς δύσκολες ἡμέρες τής ξενικῆς Κατοχῆς, ὅταν ἡ στέρηση τῶν ἀναγκαίων καί ἡ σπάνια ἐξεύρεση τροφῆς ἐταλαιπωροῦσε τόν Ἑλληνικόν λαόν, ἡ προσευχή του πρός τόν Θεόν καί ἡ τέλεια ἀνάθεση τοῦ ἑαυτοῦ του καί τῶν σύνανθρώπων του εἰς τήν μεγαλόδωρηπρόνοιάν Του, πού σοφῶςπρονοεῖ καί γιά τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ, συνετέλεσαν, ὥστε εἰς τήν ἱερά Μονή, ὅπου ἦτο ἡγούμενος νά συμβῆ γεγονός τό ὁποῖον ὑπενθυμίζει, τῶν ἀναλογιῶν τηρουμένων, τό θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων εἰς τήν ἐρήμον.Πρός δόξαν Θεοῦ καί εἰς εὐλαβές μνημόσυνον τοῦ μακαριστοῦ πατρός πρέπον εἶναι νά ἀναφέρουμε τό περιστατικό, ὅπως συνέβη καί ὅπως ὁ ἴδιος μᾶς τό ἐδιηγεῖτο. Ἤταν ἡμέρα ἑορτῆς καί πολύς λαός εἴχε συναθροισθεῖ εἰς τήν Μονήν.
Ἔβλεπα τούς ἀνθρώπους, ἔλεγε χαρακτηριστικά ὁ Γέροντας, σκελετωμένους ἀπό τήν πείνα καί ὑπέφερα πολύ καί δέν ἥθελανά φάγω. Ἐστενοχωριόμουν δέ, διότι δέν εἴχαμε τήν εὐχέρια νά τούς προσφέρουμε κάποια παρηγορία,ἐννοώντας τήν τροφή. Ἀπό τήν ἱερά Μητρόπολη μᾶς ἔδιδαν ἐλάχιστα τρόφιμα μέ τό «δελτίον». Λέγω, λοιπόν, εἰς τήν μαγείρισσα, τήν ἀδελφή Μοσχούλα νά γεμίσῃ δύο λέβητες τοῦ μαγειρείου μέ νερό καί τῆς δίδω συγχρόνως δύο «χοῦφτες» ρεβίθια καί ἄλλες δύο «χοῦφτες» ἀπό τό κοινῶς λεγόμενο «πλιγούρι», γιά νά ρίξη ἐντός αὐτῶν, προκειμένου νά μαγειρευθοῦν. Ἐκείνη ὅμως, βλέπουσα τό ἐλάχιστο τοῦ ποσοῦ τοῦ μαγειρεύματος, ἐκάλυψε μόνο τόν πυθμένα τῶν λεβήτων μέ νερό.
-Κάμε ὑπακοή, τῆς λέγω, καί βάλε ἀρκετό νέρο. Κάμνουσα αὐτή ὑπακοή, τό θαῦμα συνετελέσθη. Καθώς τό φαγητό ἔβραζε, παρίστατο ἀνάγκη καί νέου νεροῦ, ὥστε οἱ λέβητες νἀ ὑπερχειλίζουν καί,ἀπό τόν χυνόμενο ζωμό, νά σβύνη ἡ φωτιά. Βλέπουσα αὐτή τό γεγονός ἐδόξαζε τόν Θεόν καί επανελάμβανε συνεχῶς τό «μνήσθητί μου Κύριε». Ὅταν δέ παρέθεσαν τό φαγητό, ἔβλεπε κανείς τά πινάκια γεμάτα ὄχι ἀπό ζωμό, ἀλλά ἀπό πηχτά ρεβίθια. Τά ὀλίγα, λοιπόν, καί μόνα ἐκ τοῦ «δελτίου» τρόφιμα γιά τήν παρασκευή τοῦ γεύματος, εὐλόγησεν ὁ Κύριος, ὥστε νά αὐξηθοῦν καί ἔτσι νά σιτισθῆ «λαός πολύς».
Ἄλλοτε δέ, κατά τήν ἴδια Κατοχική περίοδον -1943-καί τήν ἑορτή τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν, θά ἐτελεῖτο ἱερά ἀγρυπνία εἰς τήν Μονήν καί θά συνέρρεε κόσμος πολύς, μετά τόν μικρόν ἑσπερινόν, ἐρωτᾷ ὁ πατήρ τόν Οἰκονόμον:Τί θά παραθέσουν πρός φιλοξενίαν εἰς τήν αὐριανήν τράπεζαν; Ἐκεῖνος δέ τοῦ ἀποκρίνεται, ὅτι ἐλάχιστα τρόφιμα ὑπάρχουν καί ἔνα σακκί γεμάτο κρεμμύδια. Ἔξω, εἰς τό πεζούλι τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ,ἐνῶ καθότανε ὁ Γέροντας καί σέ ἀπορία βρισκόμενος, βλέπει, ξαφνικά, τόν ὑπηρέτην τῆς Μονῆς νά τρέχη γιά νά κλείση τήν πόρτα τοῦ μαγειρείου. Τί εἶχε συμβῆ; Ἔνας λαγός, πολύ μεγάλος, σάνἀρνί, κατεβαίνοντας ἀπό τό πλησίον δάσος, αὐτόκλητος ἤ μᾶλλον θεόσταλτος εἰσῆλθεν εἰς τό μαχειρεῖον τῆς Μονῆς. Τό πρόβλημα τοῦ γεύματος εἶχε λυθῆ. Τό νόστιμο κρέας του,σέσυνδυασμό μέ τά ὑπάρχοντα κρεμμύδια, προσέφεραν μίαν πλουσίαν τράπεζαν εἰς τούς προσκυνητές. Οἱ λόγοι τοῦ ἱεροῦ Ψαλμωδοῦ γιά μία ἀκόμη φορά ἐπαλήθευσαν:
«Κύριος οὐ στερήσει τά ἀγαθά τοῖς πορευομένοις ἐν ἁκακία» (Ψαλμ. 83, 12 καί ὅτι «δίκαιοι ἐν ἡμέραις λιμοῦ χορτασθήσονται» (Ψαλμ. 36, 19). Ὅταν εἶδα αὐτά τά δύο θαύματα, συνέχιζεν ὁ ἁείμνηστος Γέροντας, ἔλεγα: -Κύριε, αὐτά τά θαυμαστά γεγονότα, ὅπως ἀναγινώσκουμε εἰς τούς ἱερούς Συναξαριστές, ἐγίνοντο ἀπό τούς μεγάλους ἁγίους. Ἐμεῖς εἴμεθα ἁμαρτωλοί καί μέ πολλές ἀδυναμίες. Πῶς ἐξηγεῖται νά συμβαίνουν αὐτά εἰς τίς ἡμέρες μας; Παρακαλοῦσα δέ ἐπιμόνως τόν Θεόν νά μου ἐξηγήση τόν λόγον τῶν θαυμασίων αὐτῶν. Ἕνα βράδυ, μετά τήν προσευχήν, ἄκουσα εἰς τήν διάνοιά μου, μία φωνή νά μοῦ λέγη: «Ἐάν σεῖς οἱ ἄνθρωποι, βλέπετε τούς συνανθρώπους σας νά στεροῦνται καί νά ὑποφέρουν καί τούς συμπονεῖτε, ἐγώ, πού εἶμαι Πλάστης καί Δημιουργός σας καί μέ παρακαλεῖτε, δέν θά μεριμνήσω, ὥστε νά συντηρηθοῦν εἰς τήν ζωήν; Διά τοῦτο, ὅταν πάντοτε προσφέρετε ἀγάπη καί φιλοξενεῖτε τούς προσκυνητές, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται εἰς τό Μοναστήρι, ἐγώ θά τά εὐλογῶ καί δέν θά σᾶς λείψη κανένα πρᾶγμα.»
Ἀλλά καί τά λοιπά χαρίσματα μέ τά ὁποῖα ἐκοσμείτο ἡ θεοφιλής ψυχή του δέν δύναται ὁ λόγος νά ἀντιπαρέλθη. Ὅπως:Τό φιλακόλουθο καί τό ἀπερίσπαστο εἰς τήν προσευχή, τό ἀκατάκριτο καί τήν πολλή ἀμνησικακία του, τήν πραότητα καί ἡρεμία, τήν ἁπλότητα καί ἀφελότητα τής καρδίας του, τήν ὑπακοή του εἰς τούς ἐκκλησιαστικούς προϊσταμένους, τήν κατανυχτική καί μέ συντριβήκαρδίας ἐπιτέλεση τῆς θείας Ἱερουργίας, τό εὐπροσήγορο καί τήν προσήνεια πρός ὅλους, τήν παροιμιώδη καί Ἀβραμιαία φιλοξενία του, ὅπως ἔλεγε παραστατικά: «Θέλεις νά ἀνοίξουν οἱ καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ διά νά σοῦ δώση ὁ Θεός τά ἀγαθά του;Δίδε καί πρόσφερε ἀλύπητα καί μέ ἱλαρότητα, δηλαδή, γλυκύτητα πρός τούς ἔχοντας ἀνάγκη».
Καί ὅταν ἀργότερα ὁ δάκτυλος τῆς Θείας Προνίας ὡδήγησε τά βήματά του εἰς τήν Λυκόβρυση, ὅπου ἐγκατεστάθηκεσάν πνευματικός, καί ἀνέλαβε καθήκοντα ἐφημερίου εἰς τόν ἱερόν Ναόν τῆς Ἁγίας Βαρβάρας, κατέστησε αὐτή κέντρο θρησκευτικό, καί ὄαση πνευματική, μέ τήν ἀκτινοβολία τῆς ἐξαγιασμένης προσωπικότητάς του·ὅλοι θά ἐνθυμοῦνται τήν φιλόξενη«μοναστηριακή» τράπεζα, τήν ὁποίαν παρέθετε καθημερινῶς εἰς τούς προσκυνητές, ἔχονταςσάν διακονητή καί φύλακα ἄγγελο, τόν μακαριστό, ἤδη, καί ἀγαπητό αὐτάδελφό του Ἰωάννη. Σύνθημά του ἦτο: Νά μή φύγη κανείς, χωρίς νά πάρη εὐλογία.
Ἐκεῖνο ὅμως τό ὁποῖον τόν καθιστοῦσε μαγνήτη πνευματικό ἑλκύοντα τίς ψυχές, ἦτο ἡ πλούσια ἀγάπη, ἡ ἐπιείκια καί ἡ συγκατάβαση, καθώς καί ἡ πολλή σύνεση καί διάκριση στήν ἐν άσκηση τοῦ λειτουργήματος τῆς πνευματικῆς πατρότητας. Ἡ ἐπιείκια καί συγκατάβαση μετεβάλετο σέ αὐστηρότητα, ὅταν διαπίστωνε ὄχι καλή συμπεριφορά ἐκ μέρους τοῦ ἐξομολογουμένου. Μέ καλωσύνη καί προσήνεια ὑποδεχότανε τίς ψυχές τίς ὁποῖες τοῦ ἔστελλνε ὁ Θεός, καί σάν πνευματικός ἰατρός καί καλός Σαμαρείτης ἐπέχυνε «λάδι καί κρασί» εἰς τίς ἡθικές πληγές καί τά ψυχικά τραύματα, καί ὡδηγοῦσε τούς ἐξομολογουμένους εἰς τήν ὁδό τῆς ἔμπρακτης μετάνοιας καί σωτηρίας.
Πρίν ἀπό τήν ἐνακτήρια ἀκολουθία τοῦ Μυστηρίου τῆς ἱερᾶς ἐξομολόγησης, εἱσήρχετο στό Ἅγιο Βῆμα καί, πίσω ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα, γονάτιζε μπροστά στά πόδια τοῦ Ἐσταυρωμένου, γιά νά ζητήση φωτισμό καί σύνεση πνευματική καθώς καίγιά τήν εἰλικρινῆ μετάνοια καί καθαρά ἐξομολόγηση τοῦ ἐξομολογουμένου. Ἱερεῖς καί Ἐπίσκοποι, Μοναχοί καί Μοναχές, μικροί καί μεγάλοι, νέοι καί γέροντες ἔρχονταν πρός αὐτόν, γιά νά ὠφεληθοῦν καί συλλέξουν πνευματικήν ἐμπειρίαν. Ὁ λόγος του ἦτο πατερικός καί μάλιστα Χρυσοστομικός. Ὁ χῶρος τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ δέν ἐπαρκοῦσε διά τόν ἐκκλησιασμό τῶν προσερχομένων,ἀπό παντοῦ,πιστῶν, πρᾶγμα τό ὁποῖον συνετέλεσε εἰς τήν ἀνάληψη φροντίδας ἀπό τόν ὅσιο Γέρονταγιά τήν ἀνοικοδόμηση νέου εὐρυχωρότερου Ναοῦ, εἰς τιμήν τῆς ἁγίας ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας, τήν ὁποία πολύ εὐλαβεῖτο
Αὐτό πού ἀξίζει νά μνημονεύσουμε καί εἶναι δεῖγμα τῆς ἰσχυρῆς θέλησης καί μεγάλης πίστης του, ἀλλά καί τῆς πρός αὐτόν ἐκ μέρους τής ἁγίας Βαρβάρας εὐνοίας εἶναι τό ἐξῆς: Εἰς τήν πορεία τῆς ἐργασίας πρός ὑλοποίηση τῶν σχεδίων καί ἀνέγερση τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ, εἰς τήν ὁποία βρῆκε πολλή ἀνταπόκρισηκαθώςκαί ἡθική καί ὑλική συμπαράσταση ἐκ μέρους τῶν ἐνοριτῶν καί τῶν ἄλλων πνευματικῶν του τέκνων, ὁ ἐχθρός παρενέβαλλεν ἐμπόδια εἰς τό θεῖον ἔργον, ὅσον ἀφορᾷ τόν οἰκοπεδικό χῶρο.
Τοῦτο τόν ἔφερε σέ στενόχωρη θέση. Καί, σέ τέτοια ψυχική διάθεση εὑρισκόμενος ἔγειρε,τό μεσημέρι, ὁλίγον νά ἀναπαυθῆ. Μεταξύ ὕπνου καί ἐγρήγορσης ἐμφανίζεται εἰς αὐτόν, μία ὡραιοτάτη καί εὐπρεπεστάτη νεάνιδα, ἡ Ἁγία, ἡ ὁποία τόν ἐρωτᾶ, γιατί εἶναι λυπημένος, καί στή συνέχεια τόν διαβεβαιώνει: «Ἐγώ εἶμαι ἐδῶ. Μή στενοχωρῆσαι, θά ρυθμίσω τό θέμα». Καί πράγματι, ὤ τοῦ θαύματος! Μέ τίς πρεσβεῖες τής Ἁγίας, τά ἐμπόδια παρεκάμφθησαν, περικαλλής δέ καί μεγαλοπρεπής ἀνυψώθηκε τῆς Μεγαλομάρτυρος ὁ Ναός, πρός δόξαν Θεοῦ, καί καταισχύνη τοῦ ἐχθροῦ. Ἀφοῦ πληροφόρησε τήν διακονίαν του θεάρεστα εἰς τήν ἐνορίᾳ τῆς Ἁγίας Βαρβάρας ἐπί 18 συναπτά ἕτη (1946-1964), λόγῳ τῆς χρονίας πάθησης τῶν ὀφθαλμῶν του, πρᾶγμα τό ὁποῖον ἐδυσχέραινε τήν ἐπιτέλεση τῶν ἐνοριακῶν του καθηκόντων, ἀναγκάσθηκε νά βγῆ σέ σύνταξη καί μετέβη γιά ἕξη μήνες στήν ἱερά Μονήτοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου Ζούρβας στήν Ὕδρα, ἀρχές τοῦ φθινοπώρου μέχρι τίς ἀρχές τῆς Ἄνοιξηςστό χρονικό διάσταμα (1964-1965)·κατόπιν ἀποσύρεται εἰς τήν βορειοδυτική πλευρά τοῦ ὄρους τῆς Πεντέλης, ὅπου ἔστησε τήν σκηνήν αὐτοῦ δίπλαστό ἐξωκκλήσιο τοῦ ἁγίου ἐνδόξου Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος, ὀ χῶρος τοῦ ὁποίου ἀνῆκε εἰς τήν ἱερά Μονή Πετράκη, μέ τήν εὐλογία καί ἔγκριση τοῦ τότε Ἡγουμένου ἀλησμόνητουπατέρα Χαραλάμπους Βασιλοπούλου.
Τότε συνέβη αὐτό τό ὁποῖον συμβουλεύει ὁ ὅσιος Νείλος ὁ ἀσκητής: «Ἄς ἀποφύγουμε τήν διαμονή μας στήν πόλη καί τά χωριά γιά νά τρέχουν οἱ ἄνθρωποι πρός ἐμᾶς».(Νείλου, τοῦ ἀσκητοῦ, λόγος ἀσκητικός. Migne P.G. 79 στίχ. 745-748). Ἐδῶ, παρά τό γῆρας καί τήν χρόνια πάθηση τοῦ φλεβίτου, πού ἀπαιτοῦσε νά ξεκουράση τό πόδι του, λειτουργοῦσε καθημερινά, ἐξωμολογοῦσε συνέχια, καί εἶχε δίπλα στό προσκέφαλο τό τηλέφωνο, διά νά ἀνταποκρίνεται, ἐπί 24ώρου βάσης,σέ κάθε ζήτηση γιά τήν παροχή συμβουλῶν καί κατευθύνσεων πνευματικῶν. Τόν ὑπόλοιπο χρόνο, ὁ ὁποῖος τοῦ ἀπέμενε ἀπό τό κύριο πνευματικό ἔργο, ἐργαζόταν χειρωνακτικά, μέ νεανικό ζῆλο, καί ἐνθουσιασμό, γιά τήν ἀνέγερση κελλιῶν καί νέου μεγάλου Ναοῦ. Ἐν τῷ μεταξύ ὁμάδα εὐσεβῶν νέων πού ποθοῦσαν τήν ἰσάγγελη ζωή καί μοναχική πολιτεία ἐπλαισίωσαν αὐτόν, ἐκάρησαν ὑπ’ αὐτοῦ Μοναχοί, καί κατ’ αὐτόν τόν τρόπον δημιουργήθηκε ὁ πρῶτος πυρήνας τῆς ἱερᾶς Μονῆς. Ὡρισμένοι ἐξ αὐτῶν, ἀποφεύγοντες τό θόρυβο ἀπό τήν συρροή τοῦ πλήθους καί ποθοῦντες περισσοτέραν ἡσυχίαν, μέ τήν εὐλογίαν του ἀνεχώρησαν γιά τόν ἅγιον Ὅρος. Ἄλλοι ὅμως παρέμειναν πλησίον του, συγκακουχούμενοι καί συναθλοῦντες μαζί του.
Ἡ Ἱερά Μονή ἀπέβη πόλος ἔλξεως καί ἀπό παντοῦ συνέρρεαν οἱ ἄνθρωποι, σάν διψασμένα ἐλάφια, ἀπό τόν καύσωνα τῆς ἀθεΐας καί τοῦ ὑλισμοῦ, ἀπό τήν περιοχή τῶν Ἀθηνῶν καί τάπερίχωρα αὐτῶν, ἀπό τήν Πελοπόννησο καί τήν Στερεά Ἐλλάδά καί τά νησιά, ἔτρεχαν διά νά σβήσουν τή δίψα τους εἰς τά νάματα τοῦ σωτηρίου, καί νά ἀναπαυθοῦν ψυχικά ἀπό τούς ψυχωφελεῖς λόγους του, καί τίς πνευματικές κατευθύνσεις τοῦ ἐμπείρου πνευματικοῦ.
Ἡ ἐλαχιστότης μου εἶχε τήν εὐλογίαν νά τόν γνωρίση καί νά συνδεθῆ μαζί του πνευματικά, ἀπό τό ἔτος 1958, ὅταν λειτουργοῦσε στήν μικρή ἁγία Βαρβάρα, τήν ὑπόλοιπη ἐξελικτική πορείαστό νέο Ναό, ὅταν ἔπέστρεψε ἀπό τήν ἑξάμινη διαμονή στήν Ὕδρα, τήν φιλοξενία του στήν οἰκία τής κυρίας Θεοπίστης, τήν ἐγκατάσταση στόν Ἅγιο Παντελέημονα, ψάλλοντας στίς θεῖες λειτουργίες του διαμένοντας, βοηθώντας καί χειρονακτικά στήν μεταφορά τῶν ὑλικῶν, μέχρι τό 1966 ὁπότε ἀφοῦ ἀποδέχτηκα τόν διορισμό μου στήν ἐκπαίδευση μέχρι τό Πάσχα τοῦ 1967 ὁπότε μέ τήν ἐυλογία του εἰσήλθα εἰς τόν ἱερό Κλῆρο στήν Ἰερά Μητρόπολη Θηβῶν καί Λεβαδείας. Ἀπό τά πρῶτα βήματα τῆς ἱερατικῆς μου διακονίας μετέβαινα συχνά στήν ἱερά Μονή τοῦ ἁγίου Παντελεήμονα συμβουλευόμενος καί βοηθώντας τον στίς θεῖες λειτουργίες καί ἱερές ἀγρυπνίες, μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του. «Ἐπιλείψει με γὰρ διηγούμενον ὁ χρόνος» (Ἑβρ. 11, 32) τά ὅσα ἤκουσα καί εἶδα καί ἐβίωσα ἁγίως συναναστρεφόμενος μετ’ αὐτοῦ καί τῶν πνευματικῶν ἀδελφῶν.
Ἔτσι, λοιπόν, κοπιάζων, διά τήν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου, ἐκάμφθη ἡ ὑγεία του καί ἀναγκάσθηκε, μετά νοσοκομειακή περίθαλψη καί θεραπεία, νά παραμείνη εἰς τόν οἶκο τοῦ ἀγαπητοῦ του ἀνεψιοῦ Γεωργίου Α. Ἀρβανίτη ἐπί 2-3 ἔτη δεχόμενος τίς στοργικές περιποιήσεις τῆς οἰκογενείας του καί τήν φροντίδα τῆς συζύγου του Βενετίας, ἔχων μαζί του ἀποκλειστικόν βοηθόν τόν μοναχό Ζωσιμᾶ. «Μνησθείη Κύριος τῆς διακονίας αὐτοῦ» «Δώη ἔλεος Κύριος τῶ τοῦ Γεωργίου οἴκω» (2 Τιμ. 1, 16).
Εἰς τόν χῶρον αὐτό συνέπεσε καί τό ἀγαθό καί εἰρηνικό τέλος του, κατά τό ὁποῖο πλήρης ἡμερῶν καί εἰς βαθύτατον γῆρας φθάσας, παρέδωκε τήν ψυχήν αὐτοῦ, εἰς τάς χεῖρας τοῦ Ὑψίστου, τόν Ὁποῖον ἀπό τήν νεότητα ἀγάπησε σηκώνοντας ἐπ’ ὤμων τόν Σταυρόν καί προσαρμόσας τόν αὐχένα του εἰς τόν χρηστόν Του ζυγόν. Τόν Κύριον σύμφωνα μέ τούς λόγους τοῦ ἱεροῦ Ψαλμωδοῦ «ἕως γήρως καί πρεσβείου»(Ψαλμ. 70, 18) ἀφοῦ πιστά διακόνησε, ἀναλώσας τόν ἑαυτόν του εἰς τήν ὑπηρεσίαν τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας,ἐπορεύθη πρός Αὐτόν, γιά νά λάβη τόν μισθόν τοῦ πιστοῦ καί φρονίμου οἰκονόμου καί προαχθῆ εἰς λειτουργόν τοῦ ἐπουρανίου Θυσιαστηρίου. Ἐκεῖ, τήν ἱερατικήν στολήν ντυμένος «καί τήν ἄυλον λειτουργίαν ποιούμενος» μέ τήν παρρησία τήν ὁποία τοῦ δίνει ἡ θεοφιλής καί ἁγιασμένη ἐπί γῆς ζωή του καί ἐνάρετος πολιτεία του, προσεύχεται γιά ὅλα τά πνευματικά του τέκνα καί τούς τιμῶντες τήν μνήμην αὐτοῦ. Τοῦ ἀειμνήστου πνευματικοῦ Πατρός Σίμωνος αἰωνία ἡ μνήμη καί τό μνημόσυνον αὐτοῦ εἰς γενεάν καί γενεάν. Ἀμήν.
Ο χαιρετισμός του Μητροπολίτη Σπάρτης: Ἐν Σπάρτῃ τῇ 5ῃ Σεπτεμβρίου 2019, Ἀγαπητά μου Παιδιά, θερμά σᾶς εὐχαριστῶ γιά τήν πρόσκληση σας νά εὑρεθῶ κοντά σας στήν τιμητική ἐκδήλωση πού ἑτοιμάσατε γιά τόν ἀείμνηστο ἅγιο Γέροντα Σίμωνα Ἀρβανίτη. Ἦταν ἰδιαίτερη ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ νά γνωρίσω αὐτή τήν ἁγιασμένη μορφή καί μάλιστα στά φοιτητικά μου χρόνια ὅταν, ἐκεῖ πλησίον τῆς ἐνορίας στήν ὁποίαν ἐφημέρευε ταπεινά καί ἀθόρυβα, ἐγώ πρόσφερα τήν μικρή διακονία μου ὡς στέλεχος μιᾶς χριστιανικῆς Κατασκηνώσεως. Στήν ἐξομολόγηση τῶν παιδιῶν ἔδιδε τόν ἑαυτό του πάντα γεμάτος ἀγάπη καί διάκριση. Ἔφευγε ὁ ἐξομολογούμενος νέος ὄχι μόνο χαρούμενος γιά τήν ἀπαλλαγή του ἀπό τό βάρος τῶν παραπτωμάτων του καί τῆς ἐνοχῆς του, ἀλλά καί ἐφοδιασμένος μέ δύναμη ἀντιστάσεως καί ἀποφασιμένος νά παλέψει μέχρις ἐσχάτων γιά νά μή πικράνει στό ἑξῆς Ἐκεῖνον πού γιά τήν ἀγάπη τή δική μας ἀνέβηκε στό Σταυρό. Ὁ κάθε λόγος τοῦ σεβαστοῦ Γέροντα ἦταν «ἅλατι ἠρτυμένος» κατάλληλος γιά πνευματική οἰκοδομή καί ἐζύγιζε αἰωνιότητα. Ἡ ὁμιλία του γιά τόν παράδεισο ἦταν συναρπαστική καί ἔδιδε στόν ἀκροατή τήν βεβαιότητα ὅτι ἐκεῖ ὁ καθένας μας ἔχει κληρονομικά δικαιώματα πού πρέπει νά διεκδικήσει ἀκόμη καί μέ θυσίες. Στήν μνήμη μου κρατῶ αὐτά τά ἁγιοπατερικά λόγια του καί στήν ψυχή μου διατηρῶ τήν ἁγία μορφή του.
Πιστεύω ὅτι ἡ παρουσία του τότε καί ἡ μνήμη του στή συνέχεια ἦταν μιά βεβαιότητα ὅτι ὁ Πανάγαθος Θεός σέ κάθε ἐποχή ἀναδεικνύει ἁγίους, ὥστε νά στηρίζονται οἱ ἄνθρωποι στήν πίστη τους καί νά αυξάνει ἡ ἀγάπη τους σέ Ἐκεῖνον πού πρέπει ν’ἀποτελεῖ τό πλήρωμα τῆς καρδιᾶς μας. Λέγουν οἱ εἰδικοί ὅτι ἐκεῖ πού φυσοῦν δυνατοί ἀέρες ἐκεῖ τά δένδρα κάνουν πιό βαθειές τίς ρίζες τους γιά νά μήν ξερριζωθοῦν. Ἄς συμβεῖ τό ἴδιο καί στόν καθένα μας ἀφοῦ καί σήμερα τά ρεύματα τοῦ ἀθεϊσμοῦ, τοῦ ὑλισμοῦ, τοῦ ἠδονισμοῦ καί τοῦ ἀτομισμοῦ ἀπειλοῦν νά ξερριζώσουν τήν πίστη μας στόν Θεόν. Τώρα εἶναι ἀνάγκη νά μεγαλώσει ἡ πίστη μας, νά αὐξηθεῖ ἡ ἀγάπη μας καί νά γίνει πιό δυνατός καί ἐμφανής ὁ ζῆλος μας πρός τήν ἁγία Ἐκκλησία μας πού ἔχει ἔντιμα μέλη καί ἁγίους σέ κάθε ἐποχή. Πού ἔχει τέτοιες μορφές σάν ἐκείνη τοῦ ἁγίου Γέροντος Σίμωνος πού εἶναι διδακτικές καί στηρικτικές γιά τόν καθένα μας.
Ἀγαπητοί μου Νέοι . Ζητῶ τήν κατανόησή σας γιατί εἶναι τελείως ἀδύνατη ἡ παρουσία μου στήν ἀξιέπαινη τιμητική ἐκδήλωσή σας λόγῳ ὑποχρεωτικῶν ἐπισκοπικῶν μου καθηκόντων εἰς τήν Ἐπαρχίαν μου. Δεχθεῖτε ἐπίσης τά εἰλικρινά καί ἐγκάρδια συγχαρητήριά μου γιά τήν πρωτοβουλία σας καί τίς θερμές εὐχές μου γιά τήν ἐπιτυχία τῆς πολλαπλῶς ὠφέλιμης ἐκδηλώσεώς σας πρός τιμή τοῦ σεβαστοῦ μας Γέροντα. Μέ τιμή καί ἐγκάρδιες εὐχές, Ὁ Μονεμβασίας καί Σπάρτης Εὐστάθιος.
Ο χαιρετισμός της Γερόντισσας Φιλοθέης, Καθηγουμένης του Ιερού Ησυχαστηρίου, Παναγία Βρυούλων, Ωρωπού: Είναι ιδιαίτερα συγκινητικό και αποκαλυπτικό το γεγονός ότι η τόσο άκομψη και άχρωμη πόλη των Αθηνών είναι γεμάτη από μεγάλους συγχρόνους Αγίους. Ένας τέτοιος κρυφός Άγιος είναι ο π. Σίμωνας ο οποίος σκαρφαλωμένος στις πλαγιές της Πεντέλης έφτιαξε με πολύ κόπο και εν μέσω πολλών πειρασμών το δικό του μοναστηράκι, το οποίο αποτέλεσε και αποτελεί μια ακόμη δροσερή πηγούλα στη μεγάλη ξηρασία της εποχής μας. Είναι μεγάλη ευλογιά, αλλά και επιτακτική ανάγκη να γνωρίσουμε τον βίο των μεγάλων αυτών Αγίων, για να μπορούμε και εμείς να αντλούμε κουράγιο στις δοκιμασίες μας, να τους έχουμε παρηγοριά στις θλίψεις μας και παρέα στις χαρές μας.
Οι Άγιοι είναι οι αγαπημένοι φίλοι του Θεού, αλλά και οι δικοί μας φίλοι. Έχοντας διαβάσει και ακούσει λίγα πράγματα για την ζωή και τις μεγάλες δοκιμασίες που γεύτηκε ο π. Σίμωνας ανυπομονώ και εγώ να τον γνωρίσω περισσότερο μέσα απ’ αυτό το ευλογημένο αφιέρωμα που θεία εμπνεύσει και με την ευχή του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Ανθίμου έχετε ετοιμάσει με τόσο κόπο και αγάπη. Σας ευχαριστούμε εκ των προτέρων και σας ευχόμαστε να έχετε πλούσια την ευλογία του μακαριστού Αγίου πατρός Σίμωνα του τυφλού.
Ομιλία του Ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Μαϊδώνη: Στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 70 τό πιό γνωστό ἀνδρικό Κοινόβιο Μοναστῆρι στήν Ἀθήνα ἦταν τό Μοναστῆρι τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος στή Πεντέλη. Καί ὁ πιό γνωστός Γέροντας ἦταν ὁ Γέροντας Σίμων ὁ Ἀρβανίτης. Καί ἐγώ ὅταν ἔφθασα τό 1974 στήν Ἀθήνα γιά σπουδές στή Ριζάρειο Ἐκκλησιαστική Σχολή καί μετά στή Θεολογική, ἔμαθα γιά τόν Γέροντα Σίμωνα καί τό Μοναστῆρι του τόν Ἅγιο Παντελεήμονα. Μαζί μέ τή Μονή Παρακλήτου ἦταν τά μόνα ἀνδρικά Μοναστήρια, πού μπορούσαμε νά ἐπισκεφθοῦμε, νά παρακολουθήσουμε μοναστηριακή Ἀκολουθία, νά δοῦμε μοναχούς καί προπάντων νά δοῦμε Γέροντα, γιά ἐξομολόγηση, συμβουλή καί εὐχή.
Μαζί μέ τόν Ὅσιο Πορφύριο ἦταν ἐκείνη τήν ἐποχή οἱ δύο πιο γνωστοί Γέροντες τῆς Ἀθήνας.
Θυμᾶμαι τόν Γέροντα Σίμωνα τυφλό, ξαπλωμένο στό κελλάκι του νά δέχεται τό κόσμο γιά ἐξομολόγηση. Πολλές φορές πηγαίναμε μόνο νά πάρουμε τήν εὐχή του. Γιά να φθάσουμε στό Μοναστῆρι ἔπρεπε νά πάρουμε τό λεωφορεῖο τῆς Νέας Πεντέλης, πού μᾶς ἔβγαζε στή στάση Ἅγιος Σίλας καί ἀπ’ἐκεῖ μέ τά πόδια ἀνεβαίναμε γιά τό Μοναστῆρι τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονα πού βρισκόταν κοντά στήν κορυφή τῆς Πεντέλης. Περνούσαμε μέσα ἀπό τά πεῦκα, ἀλλά καί τά ἄχαρα νταμάρια-λατομεῖα καί μετά ἀπό μιά–μιάμιση ὥρα φθάναμε ἀσθμαίνοντας καί καταϊδρωμένοι στό Μοναστῆρι. Προσκυνούσαμε στό Ναό καί πηγαίναμε νά πάρουμε τήν εὐχή τοῦ Γέροντα. Πάντα βλέπαμε μιά οὐρά ἀπό χριστιανούς πού περίμεναν νά ἐξομολογηθοῦν. Ὁ Γέροντας εἶχε τυπικό ὅσοι φθάναμε στό Μοναστῆρι, ὄχι ἁπλά νά κερασθοῦμε, ἀλλά καί νά φᾶμε. Θυμᾶμαι τήν ἐπιμονή τῶν γυναικῶν πού διακονοῦσαν:
-Πρέπει νά φᾶτε, εἶναι ἐντολή τοῦ Γέροντα. Πάντοτε ὑπῆρχε μιά χύτρα μέ φαγητό στήν κουζίνα πού περίμενε τούς προσκυνητές. Ἐγώ εἶχα πνευματικό στήν Ἀθήνα, ἀλλά ὅταν ἀντιμετώπιζα ἕνα μεγάλο ζήτημα, ἀποφάσισα νά πάω στό Γέροντα Σίμωνα, νά ἐξομολογηθῶ καί νά τοῦ θέσω τό θέμα πού εἶχα. Μιά Κυριακή μετά τό Πάσχα πήγαμε μέ συσπουδαστές μου στό Μοναστῆρι καί ἐκκλησιασθήκαμε, γιατί θά ἔψαλλε στή Θεία Λειτουργία ὁ μακαριστός παπα-Θωμᾶς τῶν Θωμάδων. Διψούσαμε τότε νά ἀκούσουμε Ἁγιορείτικη Ψαλμωδία στήν Ἀθήνα. Ὁ Γέροντας κατά τή διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας καθόταν γονατιστός κοντά στό δεξιό ψαλτῆρι, σάν τόν Ὅσιο Ἰάκωβο τόν Τσαλίκη.
Ἧταν πανέμορφη ἡ διαδρομή καί χαιρόμασταν νέοι νά περπατᾶμε καί νά ψέλνουμε. Ἀντηχοῦσαν οἱ πλαγιές ἀπό τίς ψαλμωδίες μας. Θυμᾶμε ψάλλαμε τό δοξαστικό τοῦ Ἑσπερινοῦ τοῦ Σαββάτου τοῦ πλαγίου τετάρτου «Ὁ βασιλεύς τῶν οὐρανῶν διά φιλανθρωπίαν».
Μιά φορά βραδιαστήκαμε καί καθώς θελαμε νά κόψουμε δρόμο ξαφνικά βρεθήκαμε πάνω ἀπό ἕνα γκρεμό. Βρισκόμασταν στό χεῖλος ἑνός λατομείου καί κάτω ἀπ΄τά πόδια μας ἔχασκε τό χάος. Καταφέραμε καί ξεφύγαμε ἀπ τό νταμάρι καί μέ τήν εὐχή τοῦ γέροντα κατεβήλαμε σῶοι καί ἀβλαβεῖς καί ἐπιστρέψαμε στή Σχολή. Κάθε φορά πού πηγαίναμε βλέπαμε τήν πρόοδο τῆς Μονῆς. Στήν ἀρχή τόν διακονοῦσαν χριστιανοί, μαγείρευαν γιά τούς προσκυνητές, κερνοῦσαν καί καθάριζαν. Μετά πῆγαν πατέρες κοντά του πού εἶχαν τά διακονήματα τῆς Μονῆς. Χτίσθηκε ὁ Ναός, τά κελλιά καί ἡ τράπεζα, κάτω ἀπό τό Ναό ὅπου τρώγαμε ὅλοι οἱ προσκυνητές καί μᾶς μιλοῦσε ὁ Γέροντας. Θυμᾶμε τόν π. Ζωσιμᾶ, πού ἔμεινε πιστός κοντά του καί κατέγραψε λεπτομερῶς τή ζωή, τούς λόγους του καί τά θαύματα του. Μᾶς ἔκανε ἐντύπωση ὁ κόσμος πού πήγαινε, ἀλλά καί ἡ καρτερία τοῦ Γέροντα ἀνήμπορος, ξαπλωμένος καί τυφλός νά τούς δέχεται, νά ἐξομολογεῖ νά ξεφορτώνει καί νά φορτώνεται ἐκεῖνος.
Κάποιος ἀπό τήν παρέα εἶπε τήν πονηριά: -Ἄ! προτιμοῦν νά ἔρχονται στόν τυφλό πνευματικό γιά νά μή νιώθουν ντροπή. Καί πρόσθεσε κάποιος ἄλλος: -Ναί, ἄν εἶναι ἔτσι τότε θά θέλαμε τούς πνευματικούς, ὄχι μόνο τυφλούς, ἀλλά καί κουφούς καί μουγγούς! Ἀσκητής, θερμός λειτουργός τοῦ Ὑψίστου, πνευματικός, Ἱδρυτής Ναοῦ, Ἱδρυτής Μονῆς, διωγμένος, καταφρονεμένος. Στήν ἐποχή ἐκείνη τῆς μεταπολίτευσης μετά τήν περίοδο τῆς χούντας, πού ὁ λαός εἶχε χωρισθεῖ σέ χουντικούς καί ἀντιστασιακούς, ἡ ἀριστερή ἀθεΐα ἔκανε τήν μεγάλη ἐπίθεση πού κράτησε μέχρι πού ἀνέλαβε τήν ἐξουσία καί τήν ἄφησε πρίν 2 μῆνες, ἀφοῦ κυρίεψε τόν κρατικό μηχανισμό καί κυρίως τήν παιδεία. Ἡ ἐκκλησιαστική ζωή ἦταν τραγική σπαρασσόταν σέ δύο παρατάξεις Ἱερωνυμικούς καί Σεραφειμικούς. Ἡ εὐσέβεια περιοριζόταν σέ μιά τυπική θρησκευτικότητα. Οἱ Πατέρες, ὁ μοναχισμός καί ἡ ἀσκητική ζωή ἦταν ἄγνωστα. Τήν πνευματική στήριξη τοῦ λαοῦ τήν ἀνέλαβαν οἱ Γέροντες σάν τόν Ὅσιο Παΐσιο, τόν Ὅσιο Πορφύριο, τόν Ὅσιο Ἰάκωβο καί τόν Γέροντα Σίμωνα. Αὐτοί νοιάστηκαν γιά τό λαό. Καί μοιράσθηκαν μαζί του τίς ἁμαρτίες του, τά βάσανα καί τίς ἐλπίδες του. Τότε ξεκίνησε ἡ πνευματική ἀφύπνιση, ἡ ἀνακάλυψη τοῦ πλούτου τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ Ἡσυχαστική ζωή τῆς προσευχῆς, τῆς ἄσκησης τῶν ἀρετῶν,τῆς μελέτης τῶν Πατέρων, τῆς πραγματικῆς ζωῆς σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Γέροντας Σίμων ἐκεῖ ἀπό τήν κορυφή τῆς Πεντέλης στήριξε καί εὐλόγησε τήν Ἀθήνα. Σήμερα μέ τήν ἐκδήλωση αὐτή γίνεται γνωστός καί σέ εὐρύτερο κοινό στή Θεσσαλονίκη, γιά στηρίξει καί ἐδῶ μέ τή ζωή καί τήν εὐλογία του, γιά νά γίνει αἰτία νά δοξάσουμε τόν Κύριο, πού δέν μᾶς ἄφησε ὀρφανούς, ἀλλά μᾶς ἔστειλε τούς Γέροντες, σάν τόν Σίμωνα τῆς Πεντέλης. Ἡ εὐχή του ἄς μᾶς στηρίζει!
Ομιλία του Μοναχοῦ Μαξίμου Ἰβηρίτου: σεβαστοί πατέρες, ἀγαπητοί ἀδελφοί, Μετά τά ὁλόθερμα συγχαρητήρια πρός τούς διοργανωτάς τοῦ Συνεδρίου τούτου διά τόν Πνευματικόν τοῦ Πεντελικοῦ ὄρους Ἱερομόναχον Σίμωνα Ἀρβανίτην, ὀφείλω νά ἐκφράσω καί τάς ταπεινάς μοι εὐχαριστίας διά τήν προσγενομένην πρόσκλησιν, ὅπως συμμετάσχω καί ὁ ὑποφαινόμενος εἰς τήν πνευματικήν ταύτην συνεστίασιν, ἥτις εἶμαι βέβαιος ὅτι θά ἐπιφέρῃ εὐχύμους καρπούς εἰς ὀσμήν εὐωδίας πνευματικῆς ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων, ἰδίᾳ πρός ἐκείνους οἵτινες ἀναζητοῦν ῥήματα ζωῆς αἰωνίου διά τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ καί τήν ἑαυτῶν σωτηρίαν. Περί τά μέσα τοῦ 1996 μέ ἐπεσκέφθη εἰς τήν ἐν Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω ἡμετέραν Ἱεράν Μονήν τῶν Ἰβήρων, ὁ μακαριστός Μοναχός Ζωσιμᾶς, βιογράφος τοῦ κατά τήν σήμερον τιμωμένου Ὁσίου Γέροντος Σίμωνος καί δή πιστός ὑποτακτικός αὐτοῦ ἐπί σειράν ἐτῶν, καί ἄχρι τέλους τῆς ἐπιγείου ζωῆς του ἀκούραστος διακονητής.
Κατά τήν ἀνωτέρω εὐτυχῆ ἐκείνην συνάντησιν, ὁ π. Ζωσιμᾶς, γνωρίζων τήν σχέσιν μου μέ τόν Γέροντα Σίμωνα καί τήν ἐνασχόλησίν μου μέ τήν ἔρευναν καί τήν συγγραφήν, μέ παρεκάλεσε νά ἀναλάβω τήν συγγραφήν ἑνός ἀνταξίου ἔργου διά τόν ὀνομαστόν Πνευματικόν, ὅστις ἐγένετο ὁδηγός πολ-λῶν ἀνθρώπων ἐκεῖ εἰς τό κλεινόν ἄστυ τῶν Ἀθηνῶν καί πέραν αὐτῶν, πρίν κἄν ἐμφανισθῇ εἰς τό εὐρύ Ἀττικόν πεδίον ὁ Ὅσιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης. Καθώς ἐνθυμοῦμαι, εἰς τήν πρόσκλησιν ταύτην ἀνταπέδωκα τήν τιμήν εἰς τόν ἴδιον, λέγων τό ἑξῆς: Φίλτατέ μοι π. Ζωσιμᾶ, θεωρῶ ὅτι ὁ πλέον κατάλληλος διά τήν συγγραφήν ταύτην εἶσαι ὁ μόνος, διότι ἔχεις περισσοτέρας ἐμπειρίας ἀπό τόν Ὅσιον Γέροντα. Μή ἀπήντησεν, ὅτι δέν ἔχω τό τάλαντον τῆς συγγραφῆς καί φοβοῦμαι διά τοῦτο. Τότε τοῦ εἶπον, μή φοβοῦ· ὁ Ἅγιος Θεός θά σέ βοηθήσῃ· νά τά γράψῃς ὅπως τάς ἔζησες καί ὅπως τά αἰσθάνεσαι, μέ ἁπλοῦν καί ξεκάθαρον τρόπον διά τόν πολύν κόσμον· ἄλλως τε, ὅπως γνωρίζεις, ὁ ὑποφαινόμενος γράφω εἰς τήν καθαρεύουσαν, καί εἰς τήν προ-κειμένην περίπτωσιν θεωρῶ ὅτι ἡ ἰδική σου συγγραφή θά εἶναι ἐπιτυχεστέρα.
Δόξα τῷ Κυρίῳ, ἐπείσθη εἰς τούς λόγους μου ὁ π. Ζωσιμᾶς, καί ὁμολογουμένως ἐδικαιώθην· διότι, πέραν τῶν ὅσων ἔγραψεν ἐξ ἰδίων πολλῶν ἐμπειριῶν, κατώρθωσε καί συνέλλεξε πολύτιμον ὑλικόν καί παρ’ ἄλλων πνευματικοπαίδων τοῦ Γέροντος Σίμωνος, τό ὁποῖον ἐξέδωκεν εἰς πέντε ἐν συνόλῳ καλαισθήτους τόμους, ἐκδοθέντας καί εἰς τήν ἀγγλικήν γλῶσσαν. Εἰς τοῦτο τόν ἐβοήθησε καί ἡ μόνιμος ἐν Ἀθήναις διαμονή του, καθώς καί βεβαίως πολλοί πνευματικοί του ἀδελφοί, οἵτινες, ἐκτιμῶντες τόν ἐνάρετον βίον του καί τήν ταπείνωσιν ἥν εἶχεν, ἐγένοντο πιστοί ἀκόλουθοι αὐτοῦ εἰς κάθε πνευματικήν του δραστηριότητα. Μέ τόν π. Ζωσιμᾶν εἶχον ἔκτοτε ὠφελίμους συναντήσεις κατά τάς τα-κτικάς ἐν Ἁγίῳ Ὄρει ἐπισκέψεις του· μάλιστα εἰς τήν Α΄ καί Β΄ ἔκδοσιν τοῦ Β΄ τόμου τοῦ ἔργου του διά τόν Ἱερομόναχον Σίμωνα Ἀρβανίτην, ἐκδοθέντας τό 1999 καί 2000, κατέθεσα γραπτῶς καί ὁ ἴδιος τάς ἐμπειρίας μου ἀπό τόν ἀοίδιμον Γέροντα, τάς ὁποίας ἀξιοῦμαι καί σήμερον νά καταθέσω διά ζώσης καί μέ πολλήν συγκίνησιν ἐνώπιον ὑμῶν, ἐδῶ εἰς τήν περιώνυμον πόλιν τῆς Θεσσαλονίκης.
Πρίν διηγηθῶ τά τοῦ Γέροντος Σίμωνος, γνωρίζω εἰς τήν ἀγάπην σας, ὅτι προσῆλθον ἐνταῦθα καθ’ ὑποχρέωσιν, ἀλλά καί ἐσπευσμένως ἀπό τοῦ Καρπενησίου, ὅπου εἶχον μεταβῆ ἐκεῖ καί δι’ ἕν ἄλλο Συνέδριον ἐν σχέσει μέ τούς διαλάμψαντας Λογίους καί Ὁσίους τοῦ Ἑλληνομουσείου τῶν Ἀγράφων κατά τήν περίοδον τῆς Τουρκοκρατίας. Μέ τόν ἀείμνηστον Γέροντα Σίμωνα ἠξιώθην νά συνδεθῶ κατά τά πρῶτα ἔτη τῆς δεκαετίας τοῦ 1970, ὅτε ἤμουν Ἱεροσσπουδαστής εἰς τήν ἐν Χαλανδρίῳ Ῥιζάρειον Ἐκκλησιαστικήν Σχολήν, καί κατά τινα τρόπον ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος Πνευματικός μου. Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ εἰς τό κλεινόν ἄστυ τῶν Ἀθηνῶν τό ὄνομα τοῦ Γέ-ροντος Σίμωνος ἦτο εὐρέως γνωστόν, καί πολλά πλήθη πιστῶν ἔσπευδον νά τόν συναντήσουν εἰς τό ἀπέριττον τότε Ἡσυχαστήριον τοῦ Ἁγίου Παντελεή-μονος πλησίον τῆς κορυφῆς τοῦ Πεντελικοῦ ὄρους. Τοῦτο ἀρχικῶς ἦτο ἕν ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος (Μετόχιον τῆς Ἱ. Μονῆς Πετράκη) εἰς τήν περιοχήν Κοκκιναρᾶ, ἐγγύς τῶν λατομείων, τό ὁποῖον ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἤρχισε νά μεταβάλλεται εἰς ἕν ζηλευτόν Μοναστήριον μέ κτίσματα καί περιβόλια, γέμοντα ποικίλους καρπούς διά τήν δοχήν τῶν προσκυνητῶν· πάν-τα δέ ταῦτα προνοίᾳ καί φροντίδι τοῦ Γέροντος Σίμωνος, ὅστις πέραν τῆς πνευματικῆς δυνάμεως ἥν εἶχεν, ὁ ἴδιος διέθετε μεγάλην σωματικήν δύναμιν, ἀρίστην διοικητικήν ὀργάνωσιν καί ἀγάπην πρός τό φυσικόν περιβάλλον.
Πλησίον τῆς Ῥιζαρείου Σχολῆς ὑπῆρχε τότε καί ὁσπουδαῖος Πνευματικός π. Χρῖστος Ἀϊδονίδης, ἐφημέριος τοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου Πολυδρόσου καί μάλιστα πατήρ τοῦ παραδοσιακοῦ τραγουδιστοῦ Χρόνη Ἀϊδονίδη, εἰς τόν ὁποῖον ἐξωμολογοῦντο κατά καιρούς πολλοί Ἱεροσπουδασταί, ὡς καί ὁ ὑποφαινόμενος κατά καιρούς, ὅμως ὁ Γέρων Σίμων προσήλκυεν ἀναρίθμητα πλήθη πιστῶν, διότι ἔβλεπον εἰς αὐτόν τόν ἀγωνιζόμενον ἀσκητήν, τό ἐλεήμονα, τόν διορατικόν καί προορατικόν Πνευματικόν. Τό ὄνομα τοῦ Γέροντος ἐκυριάρχει τότε καί εἰς τάς πνευματικάς συναντήσεις τῶν μικρῶν Ἱεροσπουδασπῶν τοῦ οἰκοτροφείου τῆς Σχολῆς, ἀλλά καί ἐκείνων τῶν μεγαλυτέρων τοῦ Φροντιστηρίου αὐτῆς. Ἕνεκεν τούτου, καθ’ ἑκάστην λοιπόν ἑορτήν καί ἀργίαν, κυρίως δέ τάς Κυριακάς, ὅτε ἐπετρέπετο ἡ ἔξοδος ἐκ τῆς Σχολῆς, πολλοί μαθηταί ἀνεχώρουν καί ἔσπευδον καθ’ ὁμά-δας πρός τόν Γέροντα, ἵνα ἐξομολογηθοῦν καί γευθοῦν ἐπ’ ὀλίγον τήν ἀσκη-τικήν ἀτμόσφαιραν, ἥτις ἐπεκράτει εἰς ἐκεῖνο τό νέον βιβλικόν ὄρος τῆς Με-ταμορφώσεως ἄνωθεν τῶν Ἀθηνῶν.
Σημειωτέον, ὅτι κατά τήν χρονικήν ἐκείνην περίοδον ἐδίδασκον εἰς τήν Ῥιζάρειον Σχολήν ὀνομαστοί Πανεπιστημιακοί Καθηγηταί καί ἄλλοι διακεκριμένοι εἰς τήν Μέσην Ἐκπαίδευσιν, ἔχοντες ταυτοχρόνως ὑψηλόν πνευματικόν φρόνημα. Τοῦτο εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα νά βλαστήσουν ἄξιοι μαθηταί, πολλοί ἐκ τῶν ὁποίων κατέλαβον ὑψηλά ἀξιώματα ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καί τῇ Κοινωνίᾳ· πλεῖστοι δέ ἐξ αὐτῶν ἐγένοντο Μοναχοί, καθότι ἐκαλλιεργεῖτο εἰς τήν Σχολήν ταύτην καί ἕν φιλομοναχικόν θά ἔλεγον πνεῦμα, ἔναντι τοῦ ἀντι-μοναχικοῦ τό ὁποῖον ἐπεκράτει τότε εἰς τάς ἐν κόσμῳ ἐκκλησιαστικάς ὀργανώσεις. Μεταξύ τῶν μαθητῶν ἐκείνων, οἵτινες ἀνεζήτουν ἀσκητικάς ἀτρα-πούς, ἤμην καί ὁ ὑποφαινόμενος. Ἐνθυμοῦμαι μέ πόσον ζῆλον ἀνερχόμεθα πεζῇ μετ’ ἄλλων ὁμογαλάκτων συμμαθητῶν πρός τό Ἡσυχαστήριον τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, ἀπό τόν τελευταῖον σταθμόν τοῦ λεωφορείου εἰς τάς ὑπορείας τοῦ ὄρους. Ἡ ἀνάβασις ἦτο ὀλίγον κουραστική, ἀλλά καί εὐχά-ριστος, διότι ὁ πνευματικός πόθος συναντήσεως μετά τοῦ Γέροντος Σίμωνος ἐνίκα τόν σωματικόν κόπον.
Εἰς τάς γενομένας συζητήσεις μας, ὁ Γέρων Σίμων προεβάλλετο ὡς πεφωτισμένος ἀσκητής ἤ ὡς νέος Προφήτης μέ ἔντονον προορατικόν χάρισμα. Μᾶς ἔκαμνε δέ ἰδιαιτέραν ἐντύπωσιν τό γεγονός, ὅτι ἐνῷ ἦτο ἀόμματος ὅτε ἐγνωρίσθημεν μετ’ αὐτοῦ, ὅμως καθώς ἐπληροφορούμεθα πολλάκις ἐχάνετο ἐκ τοῦ Κελλίου του καί τόν εὕρισκον προσευχόμενον οἱ ὑπηρετοῦντες αὐτόν ἐκεῖ εἰς τούς δύο μεγάλους βράχους ἄνωθεν τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Κατά τήν πρώτην μου συνάντησιν μέ τόν Γέροντα, τόν εὗρον καθήμε-νον ἐπί μίας λευκῆς φλοκάτης εἰς τό Κελλίον του, τήν ὁποίαν εἶχε διά στρωμνήν ἐπάνωθεν μιᾶς πτωχῆς κλίνης, ἀγγιζούσης σχεδόν τό ἔδαφος. Ὁ Γέρων, ἦτο λίαν ἀσκητικός καί αὐστηρός εἰς τό πρόσωπον καί εἶχε τραχεῖαν γενειάδα· ἐν ὀλίγοις ὡμοίαζε μέ τόν Προφήν Ἠλίαν, γεγονός τό ὁποῖον μοί ἔκαμεν ἰδιαιτέραν ἐντύπωσιν.
Παρά τό γεγονός, ὅτι ὁ Γέρων Σίμων δέν εἶχε πρός τό τέλος τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ σώματός του, διότι ἦτο ἦτο ἀόμματος, εἶχεν ὅμως τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν τῆς ψυχῆς, τό ὁποῖον ἀντανεκλᾶτο καί εἰς ὅλον του τό πρόσωπον.
Κἄτι τι παρόμοιον παρετήρησα καί εἰς τόν Ὅσιον Πορφύριον, μεθ’ οὗ συνηντήθην πρός τό τέλος τῆς ζωῆς του, ὅστις εἰς μίαν στιγμήν τῆς συζητή-σεώς μας μοί εἶπε χαρακτηριστικῶς: «Πολλούς ἀνθρώπους ἐβοήθησα, ὅμως ὄχι τόν ἑαυτόν μου, διότι ἀπό λάθος τῶν ἰατρῶν ἔχασα τό ἕνα μου μάτι». Τό ἴδιον πάλιν ἐβίωσα ἐν Ἁγίῳ Ὄρει καί εἰς τόν ῥουμανικῆς καταγωγῆς κοινόν τοῦ Ὄρους Πνευματικόν, τόν Γέροντα Διονύσιον τῆς Βατοπαιδινῆς Κολιτσοῦς. Καί οὗτος ἐτυφλώθη εἰς τό τέλος τῆς ζωῆς του, ἀλλ’ ὅμως ἐδέχθη τήν δοκιμασίαν ταύτην ὡς δῶρον Θεοῦ. Καθώς ἐνθυμοῦμαι, εἰς μίαν ἐξομολόγησιν μοί εἶπε τό ἑξῆς: «Δέν στενοχωροῦμαι διά τό ὅτι εἶμαι τυφλός, τό μόνον πού μέ στενοχωρεῖ εἶναι τό ὅτι δέν βλέπω ποιά εἶναι τά νέα καλογέ-ρια μου». Καί ὅταν πάλιν ἤρχετο ἡ στιγμή τῆς ἀναγνώσεως τῆς συγχωρητι-κῆς εὐχῆς, ἔλεγε: «Νά μέ συγχωρῇς, ἐπειδή δέν βλέπω νά τήν διαβάσω στα ἑλληνικά ἀπό τό βιβλίο, θά τήν πῶ ἀπέξω στά ῥουμανικά».
Ταῦτα ἐξιστορῷ καί χάριν παρηγορίας πρός τούς πάσχοντας ἀδελφούς μας, διά νά φανῇ ὅτι οὐδείς ἐξαιρεῖται τοῦ κανόνος ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, ἀλλ’ οἱ πάντες δοκιμάζονται. Οἱ Προφῆται τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὑπέστησαν φοβερά μαρτύρια καί ἀδίκους θανάτους παρά τῶν συμπατριωτῶν Ἰουδαίων· ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός ἐσταυρώθη παρ’ αὐτῶν ἐν ἡλικίᾳ 33 ἐτῶν· ἡ γεννήσσα καί θηλάσασα τόν Ἰησοῦν Κυρία Θεοτόκος ἐλιποθύμησε κατά τήν Σταύρωσιν καί κατεδιώκετο παρά τῶν Ἰουδαίων, διότι ἐτύγχανε μήτηρ τοῦ Χριστοῦ· οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐγεύθησαν καί ἐκεῖνοι πικρόν ποτήριον θανάτου, πλήν τοῦ ἠγαπημένου μαθητοῦ τοῦ Κυρίου Ἰωάννου, ὅστις ὑπέστη φυσικόν θάνατον· οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ἔχουν καί ἐκεῖνοι νά ἐπιδείξουν τά τῆς νίκης των σύμβολα κατά τήν φοβεράν ἡμέραν τῆς Κρίσεως.
Πάντα δέ ταῦτα τά ἐγνώριζεν ὁ Γέρων Σίμων· ἐγώριζεν, ὅτι «ὅν ἀγαπᾷ κύριος παιδεύει» κατά τόν Ἀπόστολον Παῦλον, διό καί ἦτο εἰρηνικός εἰς τό πρόσωπον καί τήν ψυχήν. Τήν ἰδίαν ἀντιμετώπισιν εἶχε καί πρός τούς ἔξωθεν πειρασμούς. Καί δέν ἦσαν, ὀλίγοι, ἀλλά πολλοί. Κατέφθανον εἰς αὐτόν διά-φοροι ἄνθρωποι, μέ ξεχωριστούς χαρακτῆρας καί μεγάλα προβλήματα. Κατέφθανον ἄνθωποι ψυχικῶς καί δαιμονικῶς διατεταραγμένοι, οἵτινες ἐδημιούργουν ἐνίοτε καί σοβαρά προβλήματα εἰς τούς περί αὐτόν εὐλαβεῖς Μοναχούς καί λοιπούς διακονητάς τοῦ ἀνεγειρομένου Μοναστηρίου του. Εἶχεν ὅμως ἐκεῖνος τόν τρόπον, τήν ἐμπειρίαν καί τήν θείαν φώτισιν, ὥστε νά τά ἀντιμετωπίζῃ ὅλα μέ διάκρισιν καί ἀποτελεσματικότητα. Παρά τήν πτωχείαν του, παρέθετε πρός ὅλους ἀνεξαιρέτως τούς ἐπισκέπτας καί ὑλικήν τροφήν, κυρίως μέ ὄσπρια, εἰς μίαν ξεχωριστήν τράπεζαν.
Μέ τήν πάροδον τοῦ χρόνου, ἡ πρῴην πτωχή ἀσκητική παλαίστρα τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος μετεβλήθη εἰς μίαν ἀνθηράν ὄασιν ἄνωθεν τῶν Ἀθηνῶν, εἰς σημεῖον ὥστε πολλοί νά ἀποροῦν καί νά θαυμάζουν διά τό μεγαλεῖον τῆς πίστεως καί τῆς πνευματικῆς δυνάμεως ἑνός καί μόνον ἀνθρώπου, κατά πολλά κεχαριτωμένου καί ἡγιασμένου παρά Θεοῦ.
Μεταξύ τῶν ἐπισκεπτῶν μετέβαινον ἐκεῖσε καί πολλοί ἐπίσημοι ἄνθρωποι ἐκ διαφόρων περιοχῶν τῆς Ἑλλάδος, κληρικοί τε καί λαϊκοί, οἵτινες εἶχον νά εἴπουν ἀπό ἕν ἤ περισσότερα θαύματα ἀπό τόν Γέροντα Σίμωνα. Εἰς μίαν δέ ἐπίσκεψίν μου εἰς τόν Γέροντα τήν 10ετίαν τοῦ 1970, ἐγνωρίσθην μέ τόν παρά τόν Γέροντα Σίμωνα διαμένοντα διαπρέποντα Ἀρχιμανδρίτην π. Μᾶρκον Μανώλην, μετέπειτα Συντάκτην-Διευθυντήν τῆς ἐφημερίδος «Ὀρθόδοξος Τύπος», ὅστις μάλιστα μοί ἐδώρησε τότε καί ἕν βιβλίον διά τόν Ἅγιον Ἐφραίμ τόν Σύρον, ὅπερ καί κατέχω μέχρι σήμερον εἰς τήν προσωπικήν μου βιβλιοθήκην.
Μετά τήν ἀποφοίτησίν μου ἐκ τῆς Ῥιζαρείου Σχολῆς τό 1974 καί τήν ἐπακολουθήσασαν ἐπί 28μηνον παρατεταμένην θητείαν μου εἰς τόν στρατόν, λόγῳ τῆς τουρκικῆς εἰσβολῆς εἰς τήν Κύπρον, δέν εἶχον ἄμεσον ἐπικοινωνίαν μέ τόν Γέροντα Σίμωνα. Τοῦτο ὅμως ἐπετεύχθη κατά τήν ἀναχώρησίν μου ἐκ τοῦ κόσμου καί τήν εἴσοδόν μου εἰς τόν Μοναχισμόν. Ἦτο ἀνήμερον τοῦ Προφήτου Ἠλιού (20 τοῦ μηνός Ἰουλίου) τοῦ ἔτους 1977. Τότε συνήντησα τόν Γέροντα διά τελευταίαν φοράν. Μάλιστα, ὑποβαστάζων τοῦτον ὁμοῦ μετά τοῦ π. Ζωσιμᾶ, μετέβημεν ὀλίγον τι ἔξωθεν τῆς Μονῆς, εἰς τόν Ἱ. Ναόν τοῦ γυναικείου ξενῶνος, ἔνθα παρηκολουθήσαμεν τήν Θ. Λειτουργίαν. Τελουμένης τῆς Θ. Λειτουργίας, παρετήρουν ἐνίοτε μετά μεγάλης προσοχῆς τόν Γέροντα. Οὗτος ἵστατο ὄρθιος, ὡς ἀκίνητος λαμπάς, προσευχόμενος ἔμπροσθεν τῆς ἐπί τοῦ τέμπλου Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ὅτε δέ ἦλθεν ἡ στιγμῇ νά ψαλῇ ὁ ὕμνος «Ἄξιόν ἐστιν», τοῦτον τό ἔψαλεν ὁ ἴδιος μέ βροντώδη καί ἐπιβλητικήν φωνήν.
Ἀντιπαρέρχομαι τά ὅσα λοιπά ἐβίωσα κατ’ ἐκείνην τήν ἡμέραν, καθ’ ἥν ἀνεχώρησα αὐθημερόν διά τό Ἅγιον Ὄρος καί ἐγκατεστάθην μονίμως πλέον εἰς τήν Ἱ. Μονήν τῶν Ἰβήρων ὑπό τήν σκέπην τῆς Παναγίας Πορταϊτίσσης, διάγων 43 ἐν ὅλῳ συναπτά ἔτη ἀπό τότε μέχρι σήμερον. Κατά τό τό διάστημα τῶν πρώτων μηνῶν τῆς διαμονῆς μου εἰς τήν περιώνυμον ταύτην Μονήν, ὁ διορατικός Γέρων Σίμων, ἐφανέρωσεν ἐν ἐνυπνίῳ εἰς στενόν συγγε-νικόν μου τήν ἐνταῦθα διαμονήν μου, ἵνα μή λυποῦνται οἱ ἰδικοί μου διότι δέν ἐγνώριζον τό ποῦ εὑρίσκομαι. Εἰς τόν Ἄθωνα προσῆλθον διά Μοναχοί καί ἄλλοι ἀδελφοί, οἱ ὁποῖοι εἶχον πνευματικήν σχέσιν μέ τόν Γέροντα Σίμωνα, οἴτινες ἐξιστόρησαν καί συνεχίζουν νά ἐξιστοροῦν τά ὅσα θαυμαστά ἐβίωσαν πλησίον του.
Ἀπ’ ὅτι ἐπληροφορήθην παρά τινων ἐξ αὐτῶν, ὁ ἀοίδιμος Γέρων Σίμων εἶχε μεγάλην δοκιμασίαν εἰς τό τέλος τῆς ζωῆς του· τοῦτο πληροφορούμεθα καί ἀπό μίαν μαρτυρίαν ἐξ ὁμιλίας τοῦ ἐν ζωῇ ὀνομαστοῦ Πνευματικοῦ τῶν Ἀθηνῶν π. Σαράντη Σαράντου, ὅν ηὐτύχησα νά ἔχω καθηγητήν εἰς τήν Ῥι-ζάρειον Ἐκκλησιαστικήν Σχολήν κατά τά ἔτη 1970-1974, δημοσιευθεῖσαν μάλιστα καί εἰς τόν Γ΄ τόν τοῦ π. Ζωσιμᾶ διά τόν Γέροντα Σίμωνα. Καθώς λέγει οὗτος, περί τό 1985 εἰς τόν Ἅγιον Παντελεήμονα τῆς Πεντέλης μερικά πνευματικά τέκνα τοῦ Γέροντος, ἐκμεταλλευόμενα τήν «ἀδυναμίαν» του, ἐδημιούργησαν σάλον, ὑποστηρίζοντα ὅτι δῆθεν εἶχεν ὑποστῆ ἐγκεφαλικήν βλάβην, παρεξηγοῦντα τάς συμβουλάς του. Ὡς τόσον, καθώς σημειοῖ, ὁ Θεός ἐπέτρεψε ταύτην τήν δοκιμασίαν εἰς τόν Γέροντα· ἀλλά παρά τό γεγονός ὅτι ἦτο κλινήρης, οἱ καλοπροαίρετοι ἄνθρωποι ὠφελοῦντο τά μέγιστα ἀπό τήν παρουσίαν καί τόν λόγον αὐτοῦ. Ὁ ἴδιος δέ ἐπεξηγεῖ αὐτόθι καί μέ σαφῆ τρόπον, ὅτι ἀκόμη καί εἰς τούς Ἁγίους ὁ Θεός ἑτοιμάζει κάθοδον εἰς τήν πορείαν πρός τό ναδίρ, ἵνα ἴδουν τοιαύτας δοκιμασίας, αἵτινες ἰσο-δυναμοῦν μέ κάθοδον εἰς τόν ᾍδην, ὥστε να εἶναι εἰς θέσιν, ὅπως καί ὁ Γέρων Σίμων, νά ἀνυψοῦνται μέ τήν χάριν καί τήν ἐνέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, προάγοντες καί τούς ἄλλους ἀνθρώπους.
Ὁμολογουμένως, ὁ π. Σαράντης ἔχει ἀπόλυτον δίκαιον, καθότι παρόμοια περιστατικά ἀναγινώσκομεν εἰς τά Γεροντικά ἀναγώσματα καί τούς Βί-ους τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας· ἄλλως τε καί ἡμεῖς ἐν Ἁγίῳ Ὄρει ἐγενόμεθα μάρτυρες ἀναλόγων καταστάσεων, διά τοῦτο ὀφείλομεν νά εἴμεθα λίαν προσεκτικοί εἰς τάς κρίσεις μας, διά νά μή λυποῦμεν τόν θεόν καί τούς ἁγίους Του. Ὁ Γέρων Σίμων ἦτο Ὅσιος καί τοιοῦτος παραμένει εἰς τήν μνήμην μας. Τό θέμα τῆς ἁγιοκατάξεως αὐτοῦ εἶναι θέμα τυπικόν καί πιστεύομεν ὅτι θά γίνῃ ἐν καιρῷ, ὥστε νά γνωρισθῇ περισσότερον μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Ἐάν ἐγένετο μία καθυστέρησις εἰς τοῦτο, φρονῶ ὅτι τοῦτο συνέβη καθότι ἐν μέρει παρημελήθη οὗτος ἤ καί ὅτι προσέκρουσεν εἰς τό φαινόμενον τοῦ Γεροντισμοῦ, τό ὁποῖον εἶναι ἔντονον εἰς τάς ἡμέρας μας. Ὅμως, ὁ Γέρων Σίμων, δέν ἀνήκει εἰς μίαν στενήν ὁμάδα ἀνθρώπων, ἀλλ’ εἶναι ἀνήρ κοινῆς ἀποδοχῆς ἀπό τό σύνολον τῶν ὅσων τόν ἐγνώρισαν καί ὅσων ἔγραψαν περί αὐτοῦ.
Πρό μηνός ἐπεκοινώνησα μετά τοῦ Δρος κ. Χαράλαμπους Μ. Μπούσια, Μεγάλου Ὑμνογράφου τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας καί δή ὑμνογράφου τῶν νέων Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅστις συνέγραψε καί μίαν Ἀκολουθίαν διά τόν Γέροντα Σίμωνα, ἐκδοθεῖσαν θείῳ ζήλῳ παρά τοῦ πιστοῦ του ὑποτακτικοῦ Μοναχοῦ Ζωσιμᾶ. Τόν παρεκάλεσα μάλιστα ἐάν ἠδύνατο νά παρευρίσκετο μεθ’ ἡμῶν κατά τήν σήμερον ἡμέραν καί ἔλεγε καί ὁ ἴδιος ὀλίγα τινά. Εἰς τό ἄκουσμα καί τήν πρόσκλησιν ἐχάρη καί ηὐχήθη ἀπό καρδίας διά τήν ἐπιτυχίαν τῆς ἐκδηλώσεως ταύτης· ἐξέφρασεν ὅμως τήν λύπην του διά τήν ἀδυναμίαν νά προσέλθῃ ἐνταῦθα λόγῳ, μεταβάσεώς του εἰς Κύπρον. Ἐνδιαφέρον εἶναι, ὅτι εἰς ἕνα καλαίσθητον τόμον τοῦ Δρος Χαραλάμπους Μ. Μπούσια: «Μυρίπνοα ἐξ ὕμνων ἄνθη», προσφερόμενα τῷ Ἁγίῳ Καρυστίας κῳ κῳ Σεραφείμ, ἐκδοθέντα ἐν Ἀθήναις τό 2018 ὑπό τοῦ Ἀρχιμ. π. Παντελεήμονος Δ. Πούλου, ὑπάρχει ἕν ὡραιότατον σκαρίφημα ἔνθα ἀπεικονίζονται ὑπεράνω τῆς Ἱ. Μονῆς τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους Λευκῶν Εὐβοίας τρεῖς σύγχρονοι Γέροντες: ὁ Ἅγιος Πορφύριος (εἰς τό μέσον), π. Σίμων Ἀρ-βανίτης (δεξιᾷ) καί π. Ἀγαθάγγελος Μιχαηλίδης (ἀριστερᾷ)· δεῖγμα καί τοῦτο τῆς πνευματικῆς καί ἀδελφικῆς συνεργασίας, ἥν εἶχον εἰς τήν ἐποχήν των. Νά ἔχωμεν τάς εὐχάς των καί νά πρεσβεύουν ὑπέρ ἡμῶν!
Εισηγητική προσφώνηση, προέδρου, π. Αλεξίου: «Λαχταρώ, όπως οι μέλισσες, να μαζεύω από παντού τα χρυσά, που ομορφαίνουν και δίνουν γλυκύτητα στην ψυχή, ώστε να αναπαύεται μέσα μας ο Θεός, που δοξάζεται εν τω Υιώ και τω Αγίω πνεύματι. Αυτός που γνωρίζει τους δικούς Του, δηλαδή, αυτούς που τον αγαπούν, τον ακολουθούν – οι Άγιοι σε απόλυτο βαθμό – και γνωρίζεται από τους δικούς Του, που ομολογείται από αυτούς, αλλά και τους ομολογεί, που δοξάζεται από αυτούς, αλλά και τους δοξάζει, εν Χριστώ Ιησού.» Σταχυολόγημα από τον λόγο του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου προς τιμήν των Αγίων.
Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα Βερατίου, Αυλώνος και Κανίνης κ. Ιγνάτιε, Πανοσιολογιώτατε Αρχιμανδρίτη π. Αντώνιε, διευθυντά του ιδρύματος «Διακονία» της Ιεράς Μητροπόλεώς μας, όπου και μας φιλοξενήτε, Πανοσιολογιώτατε Αρχιμανδρίτη π. Χρυσόστομε, πρώην πρωτοσύγκελε της Ιεράς Μητροπόλεως Ιερισσού και Αγίου Όρους, Σεβαστοί Πατέρες και αδελφοί, Οσιότατοι Μοναχοί και (Μοναχές), Ελογιμότατοι καθηγητές, Φιλάγιοι αδελφοί και αδελφές. Με ιδιαίτερη συγκίνηση βρισκόμαστε σήμερα εδώ, στο Συνεδριακό Κέντρο «Διακονία», για να προσφέρουμε όλοι μαζί ταπεινά, την τιμή και την ευγνωμοσύνη μας σε έναν ακόμη προσφιλή, σύγχρονο «Άγιο Γέροντα», που με τους ασκητικούς αγώνες του αγίασε τη γη της Εύβοιας και της Αττικής και με τα υπερφυσικά χαρίσματά, που έλαβε από τον Θεό, πλούτισε την Εκκλησία.
Ο πατήρ Σίμωνας Αρβανίτης, άνθισε σαν ευωδέστατο κρίνο στο καρποφόρο έδαφος της Ορθόδοξης, ασκητικής παράδοσης. Στις Ημερίδες των προηγουμένων ετών είχαμε επιχειρήσει να παρουσιάσουμε και να κάνουμε ευρύτερα γνωστές οσιακές μορφές της εποχής μας, Γέροντες που έζησαν είτε στο Άγιον Όρος είτε σε μοναστήρια της Ελλάδος.Φέτος, θελήσαμε να αφιερώσουμε την ημερίδα μας στην αγιασμένη μορφή ενός Γέροντα, που έζησε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια στην ευλογημένη γη της Εύβοιας που ανέδειξε μεγάλους σύγχρονους Αγίους, τον Άγιο Πορφύριο, τον Άγιο Ιάκωβο Τσαλίκη και στη συνέχεια στην Αττική, που ο Γέροντας Σίμωνας ίδρυσε το Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα στην Πεντέλη.
Σε αυτή την οσιακή μορφή, τον γνήσιο φίλο του Χριστού, τον Γέροντα Σίμωνα της Πεντέλης, τον χαρισματικό Γέροντα της Αγάπης του Θεού και των ανθρώπων, τον διορατικό Γέροντα, που αξιώθηκε να ζήσει, όπως όλοι οι Άγιοι του Θεού, «οπτασίας και αποκαλύψεως Κυρίου». Οι αποκαλύψεις του Θεού ήταν συνυφασμένες με τη ζωή του. Άλλοτε αφορούσαν τον ίδιο και άλλοτε άλλους ανθρώπους, όλες ήταν όμως απόδειξη της αγάπης του Θεού για τον εκλεκτό δούλο Του, ο οποίος «εκ κοιλίας» σχεδόν «μητρός» του πόθησε να ζήσει την ισάγγελη πολιτεία. Θα μπορούσε να πει κανείς πολλά για τα χαρίσματα και τα θαύματα του μακαριστού Γέροντα, αλλά περιορίζομαι σε αυτά, καθώς θα έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε πολλά θαυμαστά περιστατικά από τη ζωή του Οσίου από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αυλώνος κύριο Ιγνάτιο, τον οποίο και εγώ και οι συνεργάτες μου ευχαριστούμε θερμά για την πρόθυμη ανταπόκρισή του στη σημερινή Ημερίδα. Σεβασμιώτατε είστε από τους αρχιερείς, ο οποίος γνωρίζατε πολύ καλά τον Γέροντα και συνδεόσασταν μαζί του πνευματικώς επί πολλά χρόνια.
Θερμώς ευχαριστούμε τον πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη π. Χρυσόστομο Μαϊδώνη (πρώην πρωτοσύγκελο της Μητροπόλεως ιερισσού) ιεροκήρυκα της ιδίας Μητροπόλεως και πνευματικό πατέρα τής αδελφότητας τής Ιεράς Μονής Αγίου Κοσμά Αρναίας, Χαλκιδικής, γνωστό στο χώρο της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας για τους αντιαιρετικούς του αγώνες και το πλούσιο Ιεραποστολικό του έργο. Και εσείς π. Χρυσόστομε θα συνδράμετε παραθέτοντας σε όλους μας την Αγιασμένη μορφή του Γέροντα της Αθήνας.
Ο πατήρ Μάξιμος Ιβηρίτης, λόγιος μοναχός, όχι μόνο της θεωρίας, αλλά και της πράξης, συνεχιστής της πνευματικής αγιορείτικης παράδοσης, θα μας μεταφέρει εμπειρίες από το αγιασμένο πετραχήλι του Οσίου. Ο πρωτοπρεσβύτερος πατέρας Βασίλειος Βολουδάκης, εφημέριος και πνευματικός επί σειρά ετών στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Πευκακίων Αθηνών, μαθητεύοντας «παρά τους πόδας» του μακαριστού Γέροντα, αποθησαύρισε στη μνήμη και στην καρδιά του την αγιασμένη μορφή και τις νουθεσίες του και θα μας παραθέσει πλούσια πνευματική τράπεζα.
Αυτή, λοιπόν, τη σύγχρονη οσιακή μορφή του π. Σίμωνα θέλησε απόψε ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου Πανοράματος να προβάλει, γιατί μορφές σαν και αυτή του οσίου είναι, όπως ψάλλει ο Ιερός Υμνογράφος για τους αγίους πάντες, «Της Εκκλησίας η Βάσις, του Ευαγγελίου η τελείωσις», διότι «έργο τα του Σωτήρος ρητά επλήρωσαν» και στηρίζουν και εμάς, στηρίζουν στη ζωή και στη διακονία μας. Κλείνοντας αυτές τις ταπεινές σκέψεις για τον Γέροντα Σίμωνα τον Αρβανίτη, θα ήθελα να ευχαριστήσω τους στενούς μου συνεργάτες, τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Ναού μας, τον συνεφημέριό μου π. Παναγιώτη, τους φοιτητές και φοιτήτριες των διαφόρων σχολών της Θεσσαλονίκης, πνευματικά παιδιά, νέοι που οδοδείκτες τους είναι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Σας ευχαριστώ και όλους εσάς, που ήλθατε απόψε να παρακολουθήσετε αυτήν την εκδήλωση και να ωφεληθείτε πνευματικά. Ευχαριστώ π. Αλέξιος.

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ:

https://www.youtube.com/watch?v=4qkzmrxwUdE